Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΑ ΑLPHA BANK 1262/2009

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή XXXXX XXXXXXXX, η οποία ορίστηκε με κλήρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του  Ν. 3327/2005, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.
Συνεδρίασε  δημόσια στο ακροατήριο του στις 27 Φεβρουαρίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αιτούντων: 1) ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ,  η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ κατά,
Της καθ’ ης ανακοπή; Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία   «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που             εδρεύει στην Αθήνα,  όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ.
Του πρσθέτως παρεμβαίνοντος: Σωματείου με την επώνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΝΣΕΩN ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ  ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ-ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ», που εκπροσωπείται νόμιμα και το εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ.
Οι αιτούντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 23.2.2009 αίτηση τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία με αριθμό 1273/2009, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε από το έκθεμα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση τους οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος τους δυνάμει της με αριθμό 1991/2009 Γεπαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησαν κατά της εκτέλεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 934 και 933 ΚΠολΔ, για τους λόγους που εκθετούσε αυτήν.
Η αίτηση παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον Δικαστηρίου αυτού που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933 και 938 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αφού συνεκδικαστεί με την προσθετη παρέμβαση που παραδεκτά άσκησε προφορικά στο ακροατήριο υπέρ των αιτούντων το σωματείο με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΣΕΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ-ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ», που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο επικαλούμενο  έννομο συμφέρον ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή, καθώς  και η κρινόμενη αίτηση (άρθρα 246,686 παρ.6 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 47 του ν. 2873/2000 και 42 ν. 2912/01, με σκοπό να αμβλυνθούν οι συνέπειες εις βάρος των οφειλετών και της εθνικής οικονομίας γενικότερα από τον ανατοκισμό των οφειλομένων από δανειολήπτες στις τράπεζες τόκων, καθορίστηκε η διαδικασία και οι προϋποθέσεις καθορισμού του ύψους των οφειλομένων στις τράπεζες τόκων, από κάθε είδους συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί με πιστωτικό ιδρύματα, ώστε το ποσό των τόκων αυτών να μην υπερβαίνει, σε κάθε περίπτωση τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή ανώτατα όρια, αναλόγως του χρόνου που η απαίτηση κατέστη απαιτητή ή κλείστηκε ο αλληλόχρεος λογαριασμός, και συγκεκριμένα δεν μπορεί να υπερβεί κατά περίπτωση το τετραπλάσιο, το τριπλάσιο ή το διπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο επέλευσης του ληξιπροθέσμου της. Το ίδιο άρθρο καθόρισε τον τρόπο υπολογισμού τμηματικών καταβολών από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ αυτών, προσδιόρισε τον τρόπο εκτοκισμού του ποσού της προκύπτουσας οφειλής ανέστειλε, αλλά και ήρε ρητώς την αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των ρυθμιζόμενων απαιτήσεων, άφησε άθικτα όσα ζητήματα είχαν κριθεί τελεσίδικα και απέκλεισε την αναζήτηση καταβληθέντων οποτεδήποτε ποσών, εξαίρεσε από τη ρύθμιση του ορισμένες κατηγορίες οφειλετών και θώρησε αυτονόητη τη διαγραφή ορισμένων ποσών τόκων κατά την εφαρμογή των ανωτέρω. Εξάλλου με το άρθρο 39 του Ν.3259/2004 τροποποιήθηκε το άρθρο  42 του ν. 2912/2001 με τις διατάξεις του οποίου ρυθμίζονται οι ληξιπρόθεσμες  οφειλές καθώς και η αναστολή εκτέλεσης τους. Ειδικότερα με τη διάταξη της παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται  ή έχουν συνομολογηθεί πριν την έναρξη του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο  του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δάνειου ή πίστωσης  ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού με την επιφύλαξη των παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου, ενώ με την παρ.2 ορίζεται ότι πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους συμφωνά με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών  αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους, ούτε σε συνέχιση των διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει μέχρι την 31.12.2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι δε την 31.12.2Ο04, οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλλουν στα ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια 5 έως 7 ετών εκ των οποίων 2 έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις.
Στην κρινόμενη περίπτωση, από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων Ευάγγελου Κρητικού, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο, τις με αριθμούς 19071/2009 και 19067/2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Νάκου - Μανίσαλη καθώς επίσης και των εγγράφων που προσκομίζουν διάδικοι πιθανολογούνται  τα ακόλουθα: Με επίσπευση της καθής με βάση τη με αριθμό 3695/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μαζί με την από 23.6.2008 επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκα στους αιτούντες κατασχέθηκε αναγκαστικά δυνάμει της με αριθμό 1915/2008 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ, το υπό στοιχείο Β1 διαμέρισμα  ιδιοκτησίας των αιτούντων, το οποίο κείται πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ΧΧΧΧΧ ΧΧ, στο Πέραμα. Δυνάμει δε της με αριθμό 1991/2009 Ι’ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης που συνέταξε η ίδια Δικαστική Επιμελήτρια , το παραπάνω διαμέρισμα εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό την 4.3.2009. Κατά του επισπευδόμενου πλειστηριασμού οι αιτούντες άσκησαν εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 934 παρ. 1 εδ β Κ.Πολ.Δ., ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την από 23.2.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1875/2009 ανακοπή τους, ταυτόχρονα και την κρινόμενη αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατ άρθρο 938, με την οποία ζητούν να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής τους, καθόσον η τελευταία θα ευδοκιμήσει κατ' ουσίαν, ενώ στους ίδιους θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη αν συνεχιστεί αναγκαστική εκτέλεση. Περαιτέρω, πιθανολογείται ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής περί υπαγωγής της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής των αιτούντων που προέρχεται από σύμβαση δανείου στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 θα ευδοκιμήσει κατ’ ουσίαν. Ειδικότερα, πιθανολογείται ότι οι αιτούντες υπέβαλαν εμπρόθεσμα στην καθής η αίτηση την από 6.10.2004 αίτηση τους  προκειμένου να  υπαχθούν στις διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου. Πλήν όμως η καθής προέβη στο μονομερή προσδιορισμό της οφειλής, χωρίς  να την αναπροσαρμόσει και να προσδιορίσει την αποπληρωμή της, όπως ειχε υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, σε ισόποσες περιοδικές δόσεις κατά τις προεκτεθείσες σκέψεις, παραμένουσας έτσι σε  εκκρεμότητα της σχετικής αίτησης για τη συνομολόγηση της ρύθμισης. Η καθής ισχυρίζεται ότι εφόσον η οφειλή δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου δεν υπάγεται στη ρύθμιση του παραπάνω νόμου. Ο ισχυρισμός της αυτός κρίνεται απορριπτέος από το παρόν Δικαστήριο, (ενώ η νομολογία των Δικαστηρίων διχάζεται). Και τούτο διότι, δε γίνεται ειδική μνεία στο νόμο περί αποκλεισμού εκείνων των οφειλών που στο σύνολο τους δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, ούτε και ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες οι περιπτώσεις που δεν υπερβαίνουν στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου και με τον τρόπο αυτό να αποκλειστούν των ευεργετικών διατάξεων του εν λόγω νόμου, τόσο για την αναστολή των διαδικασιών της εκτέλεση, όσο και της οφειλής τους για χρονικό διάστημα από 5 έως 7 έτη με διετή περίοδο χάριτος. Επομένως εκκρεμούσης της παραπάνω αίτησης η καθής η ανακοπή δεν μπορούσε να προχωρήσει σε έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τη παρ. 2 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Η τελευταία όμως παρά την απαγόρευση αυτή επέσπευσε σε βάρος των αιτούντων την  προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση, ενώ έπρεπε να απέχει από την εκτέλεση και η ρύθμιση της εξόφλησης της ένδικης απαίτησης, έπρεπε να γίνει σε διάρκεια πέντε μέχρι επτά ετών, από τα οποία τα δύο θα αποτελούσαν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή αυτής θα γινόταν σε ισόποσες περιοδικές δόσεις. Επομένως, εφόσον πιθανολογείται ότι θα ευδοκινήσει ο σχετικός λόγος ανακοπής, παρέλκει  η έρευνα λοιπών λόγων αυτής.
Περαιτέρω, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 47 ν. 2873/2000 και 42 ν. 2912/2001, και 39 του Ν. 3259/2004 απαγορεύτηκε η έναρξη ή συνέχιση πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης (από την επίδοση της επιταγής μέχρι και τη διενέργεια πλειστηριασμού και κατακύρωσης), προς είσπραξη απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, με ποινή ακυρότητας των πράξεων αυτών οι οποίες έγιναν εντός του χρόνου της αναστολής ήτοι μέχρι την 31.12.2004 η όσο εκκρεμεί η αίτηση για τη συνομολόγηση της ρύθμισης. Η ρύθμιση αυτή, όπως ρητώς ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού είναι ειδική κατισχύουσα των γενικών ρυθμίσεων των άρθρων 933, 934, 935 ΚΠολΔ, με τις οποίες επιβάλλεται η σταδιακή προσβολή των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και κατα τις οποίες λόγοι ανακοπής κατά των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που υπήρχαν κατά την άσκηση προγενέστερης ανακοπής και είτε δεν προβλήθηκαν είτε προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν, απαραδέκτως προτείνονται με ανακοπή του καθού κατά μεταγενέστερης πράξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως μεταγενέστερες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη απαιτήσεων εκ των αναφερομένων στο παραπάνω άρθρο που έγινε εντός του χρόνου της αναστολής είναι άκυρες και αν ακόμη ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης άσκησε ανακοπή κατά προγενέστερης πράξης (επιταγής προς πληρωμή, κατάσχεσης κλπ) για τον ίδιο ή για άλλο λόγο. Επομένως η ένσταση της καθής με την οποία ζητεί την απόρριψη της ανακοπής διότι οι αιτούντες άσκησαν ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση, στην οποία μπορούσαν να προβάλλουν και τους περιλαμβανόμενους στην παρούσα ανακοπή λόγους, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΕφΠατρών 190/2004, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Τέλος, πιθανολογείται ότι οι αιτούντες θα υποστούν  ανεπανόρθωτη  βλάβη εάν συνεχιστεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθόσον το ακίνητο στο οποίο έχει επιβληθεί η κατάσχεση η έναρξη ή συνέχιση πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής  εκτέλεσης (από την επίδοση της επιταγής μέχρι και τη διενέργεια πλειστηριασμού και κατακύρωσης), προς είσπραξη απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, με ποινή ακυρότητας των πράξεων αυτών οι οποίες έγιναν εντός του χρόνου της αναστολής ήτοι μέχρι την 31.12.2004 ή όσο εκκρεμεί η αίτηση για τη συνομολόγηση της ρύθμισης. Η ρύθμιση αυτή  ρητώς ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού είναι ειδική κατισχύουσα των γενικών ρυθμίσεων των άρθρων 933, 934, 935 ΚΠολΔ, με τις οποίες επιβάλλεται η σταδιακή προσβολή των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και κατά τις οποίες λόγοι ανακοπής κατά των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής  εκτέλεσης που υπήρχαν κατά την άσκηση προγενέστερης ανακοπής και είτε δεν προβλήθηκαν είτε προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν απαραδέκτως προτείνονται με ανακοπή του καθού κατά μεταγενέστερης πράξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως  μεταγενέστερες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης  προς είσπραξη απαιτήσεων εκ των αναφερομένων στο παραπάνω άρθρο που έγιναν εντός του χρόνου της αναστολής είναι άκυρες και αν ακόμη ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης άσκησε ανακοπή κατά προγενέστερης πράξης (επιταγής προς πληρωμη, κατάσχεσης κλπ) για τον ίδιο ή για άλλο λόγο. Επομένως η ένσταση της καθής με την οποία ζητεί την απόρριψη της ανακοπής διότι οι αιτούντες άσκησαν ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση, στην οποία μπορούσαν να προβάλλουν και τους  περιλαμβανόμενους στην παρούσα ανακοπή λόγους, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΕφΠατρών 190/2004, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Τέλος, πιθανολογείται ότι οι αιτούντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη εάν συνεχιστεί η διαδικασία της αναγκαστικής  εκτέλεσης καθόσον το ακίνητο στο οποίο έχει επιβληθεί η κατάσχεση και το οποίο έχει οριστεί να εκτεθεί σε αναγκαστικό πλειστηριασμό την 4.3.2009 αποτελεί την οικογενειακή τους στέγη και η βλάβη από τον πλειστηριασμό του δεν θα είναι δυνατό να αποκατασταθεί. Με βάση τα προεκτεθέντα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος η δικαστική δαπάνη της καθής, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αιτούντων, κατ άρθρο 178 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την αίτηση και την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΣΕΩΣΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ»,
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση και την πρόσθετη παρέμβαση
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, που σε βάρος των αιτούντων, δυνάμει της με αριθμό 1991/2009 Γ’ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 23.2.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1875/2009 ανακοπής κατά της εκτέλεσης, υπό τον όρο ότι η ανακοπή αυτή θα συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 2.12.2009, που έχει προσδιοριστεί.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τη δικαστική δαπάνη της καθής σε βάρος των αιτούντων, που ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ,
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στο ακροατήριο του στις 3.3.2009.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΣ


1 σχόλιο: